μενταγιόν


μενταγιόν
το
1. κόσμημα μεταλλικό, ωοειδές ή καρδιόσχημο ή στρογγυλό, που κρεμιέται στον λαιμό και μέσα σ' αυτό τοποθετείται συνήθως κάποιο ενθύμιο ή φωτογραφία προσφιλούς προσώπου
2. γενικά κάθε κόσμημα με παρόμοιο σχήμα που κρεμιέται στον λαιμό ή στην αλυσίδα τού ρολογιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. < γαλλ. medaillon < ιταλ. medaglione < μσν. λατ. medalia (< *metallea < μέταλλον)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μενταγιόν — το άκλ. (λ. γαλλ.), γυναικείο κόσμημα που φοριέται με αλυσίδα στο λαιμό και στο εσωτερικό του συνήθως υπάρχει κάποιο ενθύμιο (φωτογραφία κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • αντιπερίαμμα — ἀντιπερίαμμα, το (Μ) κρεμαστάρι, μενταγιόν κρεμασμένο για μαγικούς σκοπούς, για να προκαλεί κακό στους άλλους (αντίθετα απ το φυλαχτό). [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + περίαμμα < περιάπτω «περιδένω, προσαρμόζω»] …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοδεσία — Σύνολο εργασιών με τις οποίες συναρμολογείται σε τόμο ένα βιβλίο με τη συρραφή ορισμένου αριθμού τυπογραφικών φύλλων και την επικόλληση εξωτερικού περιβλήματος. Στην καθημερινή ομιλία, o όρος χρησιμοποιείται και για να υποδηλώσει μόνο το… …   Dictionary of Greek

  • μετάλλιο — το τεμάχιο μετάλλου, συνήθως σε σχήμα νομίσματος, που φέρει χαραγμένη ή ανάγλυφη παράσταση ή επιγραφή και δίνεται ως αναμνηστικό σημαντικού γεγονότος ή τόπου ή ως ένδειξη τιμής σε ένα πρόσωπο για αξιόλογη πράξη ή για προσφερθείσα υπηρεσία (α.… …   Dictionary of Greek

  • Βιετνάμ — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας.Συνορεύει Β με την Κίνα, Δ με την Καμπότζη και το Λάος, ενώ Α και Ν βρέχεται από τη Νότια Θάλασσα της Κίνας, και πιο συγκεκριμένα από τον Κόλπο του Τονκίν ΒΑ, τον Κόλπο της Ταϊλάνδης ΝΔ και στην υπόλοιπη… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Μιστράς — I Βυζαντινή πολιτεία της Πελοποννήσου, έξι χιλιόμετρα ΒΔ της Σπάρτης, ερειπωμένη σήμερα, η οποία στάθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας για δύο αιώνες και τα ερείπιά της αποτελούν πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού …   Dictionary of Greek

  • Ούτκιν, Νικολάι Ιβάνοβιτς — (Τβερ 1780 – Πετρούπολη 1863). Ρώσος χαράκτης. Σπούδασε στην Ακαδημία Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη και στη συνέχεια στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Στο διάστημα 1815 17 διετέλεσε καθηγητής της χαρακτικής στην Ακαδημία Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Τα… …   Dictionary of Greek

  • Ταϊτσούνγκ — Πόλη (περ. 715.000 κάτ.) της Ταϊβάν πρωτεύουσα της ομώνυμης κομητείας, σε απόσταση 130 χλμ. από την Ταϊπέι. Βρίσκεται στη μέση μιας γόνιμης περιοχής, στην οποία καλλιεργείται ρύζι, ζαχαροκάλαμα, μπανανιές, τσάι, καπνός και πατάτες. Διαθέτει ακόμα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.